Όταν μιλάμε για τη «χρυσή εποχή» του ελληνικού κινηματογράφου, το όνομα του Δημήτρη Παπαμιχαήλ είναι από τα πρώτα που έρχονται στο μυαλό. Υπήρξε ένας από τους πιο αγαπητούς πρωταγωνιστές, ένας ηθοποιός που σφράγισε με την παρουσία του τη μεγάλη οθόνη και το θέατρο.
Πίσω όμως από τη λάμψη, τις επιτυχίες και τους προβολείς, κρυβόταν ένας άνθρωπος αυθεντικός, ταλαντούχος και γεμάτος πάθος για την τέχνη του.

Από τον Πειραιά στο Εθνικό Θέατρο
Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ γεννήθηκε το 1934 στον Πειραιά. Μεγάλωσε σε μια λαϊκή οικογένεια και από μικρός έπρεπε να δουλέψει για να βοηθήσει. Παρά τις αντιρρήσεις των γονιών του, που ήθελαν να σπουδάσει υφαντουργία, εκείνος ακολούθησε την καρδιά του.
Έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και πέρασε με εξαιρετική βαθμολογία. Εκεί σπούδασε δίπλα σε μεγάλους δασκάλους και διαμόρφωσε το υποκριτικό του ταλέντο, το οποίο φάνηκε από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο σανίδι.
Η απογείωση στον κινηματογράφο και η σχέση με την Αλίκη
Αν και το θέατρο ήταν η μεγάλη του αγάπη, ο κινηματογράφος ήταν αυτός που τον ξεχώρισε. Με το αρρενωπό του στυλ, το ζεστό χαμόγελο και το επιβλητικό του παράστημα, καθιερώθηκε γρήγορα ως ο απόλυτος της εποχής του.
Οι ρόλοι που αγαπήθηκαν: Έπαιξε σε δεκάδες αξέχαστες ταινίες («Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», «Η αρχόντισσα κι ο αλήτης», «Παπαφλέσσας», «Mανταλένα»). Ο ίδιος υποδυόταν είτε τον φτωχό πλην τίμιο νεαρό, είτε τον ιστορικό ήρωα και έπειθε σχεδόν πάντα με την ερμηνεία του.

Το θρυλικό ζευγάρι: Η συνάντησή του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη άλλαξε για πάντα την καλλιτεχνική του πορεία. Μαζί δημιούργησαν το πιο εμπορικό και αγαπητό δίδυμο στην ιστορία του ελληνικού θεάματος. Ο γάμος τους, η κοινή τους πορεία, αλλά και ο μετέπειτα χωρισμός τους, απασχόλησαν έντονα την κοινή γνώμη για δεκαετίες.
Αργότερα στη ζωή του, ασχολήθηκε και με τα κοινά, διατελώντας δημοτικός σύμβουλος και αντιδήμαρχος στον αγαπημένο του Πειραιά, θέλοντας να προσφέρει στον τόπο που μεγάλωσε.

Τι πρέπει να θυμόμαστε για εκείνον
Ήταν ένας ολοκληρωμένος ηθοποιός: Δεν έμεινε μόνο στην εικόνα του «ωραίου» της εποχής. Δούλεψε σκληρά, μελέτησε και απέδειξε ότι μπορούσε να υπηρετήσει με την ίδια ευκολία την κωμωδία, το δράμα και την τραγωδία.
Έμεινε ντόμπρος και αυθεντικός: Στους ρόλους αλλά και στη ζωή του, εξέπεμπε μια λαϊκή λεβεντιά.


