Υπάρχει ένας ήχος στην Κρήτη που, λένε, κάνει ακόμα και ξένους επισκέπτες ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν λέξη από τους στίχους να δακρύζουν χωρίς να ξέρουν ακριβώς γιατί. Είναι ο ήχος της κρητικής λύρας. Για να καταλάβει κανείς από πού βγαίνει αυτή η δύναμη, πρέπει να γυρίσει πίσω περισσότερο από χίλια χρόνια, στη Βυζαντινή Κρήτη, όπου εμφανίστηκε για πρώτη φορά το όργανο που σήμερα θεωρείται η ψυχή του νησιού.
Από τη βυζαντινή «πολίτικη λύρα» στο κρητικό λυράκι
Η κρητική λύρα δεν γεννήθηκε στην Κρήτη από το τίποτα. Είναι στενή συγγενής της «πολίτικης λύρας» της Κωνσταντινούπολης, ενός βυζαντινού χορδόφωνου που ταξίδεψε σε πολλά νησιά του Αιγαίου. Στην Κρήτη, όμως, βρήκε το ιδανικό έδαφος για να εξελιχθεί σε κάτι μοναδικό. Το όργανο έχει συνήθως τρεις χορδές, κουρδισμένες σε Σολ-Ρε-Λα, και παίζεται όχι με δάχτυλα που τσιμπούν χορδές, αλλά με δοξάρι που τις τρίβει μια τεχνική που παράγει έναν ήχο συνεχή, σχεδόν σαν ανθρώπινη φωνή που δεν σταματάει ποτέ να τραγουδά.
Ιστορικά, υπήρχαν δύο βασικοί τύποι: το «λυράκι», με οξύ, διαπεραστικό ήχο, και η «βροντόλυρα», με βαθύ, ισχυρό μπάσο. Πάνω στο δοξάρι της παλιάς λύρας κρέμονταν μικρά κουδουνάκια τα λεγόμενα «γερακοκούδουνα», τα ίδια που παλιά κρεμούσαν στα κυνηγετικά γεράκια στο Βυζάντιο και αυτά κρατούσαν τον ρυθμό σε μια εποχή που δεν υπήρχε ακόμα κανένα άλλο όργανο για να συνοδεύσει τη λύρα.

Πώς το βιολί άλλαξε (και δεν κατέκτησε) την Κρήτη
Γύρω στο 1920, η επιρροή του βιολιού που είχε ήδη ισχυρή παρουσία στη Δύση και Ανατολή της Κρήτης οδήγησε στη δημιουργία της «βιολόλυρας», ενός υβριδίου που χρησιμοποιήθηκε ευρέως μέχρι τη δεκαετία του 1940. Το βιολί δεν εξαφάνισε ποτέ τη λύρα, αλλά χάραξε τη δική του, ξεχωριστή γεωγραφία μέσα στο νησί: στην Κίσσαμο και στην ανατολική Κρήτη κυριάρχησε το ηχόχρωμα του βιολιού, ενώ στο Ρέθυμνο αναδείχθηκαν σπουδαίοι βιολάτορες όπως ο Ανδρέας Ροδινός, ο κορυφαίος εκτελεστής βιολιού που έβγαλε ποτέ η Κρήτη.
Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα δύο όργανα δεν είναι μόνο τεχνική, είναι σχεδόν φιλοσοφική. Το βιολί παίζεται στηριγμένο στον ώμο ή στο στήθος, με μια τεχνική δανεισμένη από τη δυτική μουσική παράδοση. Η λύρα παίζεται κάθετα, στηριγμένη στο γόνατο του μουσικού, με το δοξάρι να κρατά συχνά ενσωματωμένα τα κουδουνάκια που δίνουν ρυθμική υφή στο κομμάτι ταυτόχρονα με τη μελωδία. Ο λυράρης, σε αντίθεση με τον βιολάτορα, είναι συχνά μόνος του όργανο, ρυθμός και μελωδία σε ένα σώμα.
Τα Ανώγεια: η καρδιά της λύρας
Αν υπάρχει ένα σημείο της Κρήτης που ταυτίζεται απόλυτα με τη λύρα, αυτό είναι τα Ανώγεια, στις πλαγιές του Ψηλορείτη. Εκεί διαμορφώθηκε ο λεγόμενος «Ανωγειανός τρόπος» παιξίματος, ένα ξεχωριστό ύφος και ήθος που ακολουθούν με σεβασμό γενιές λυράρηδων μέχρι σήμερα. Στο ίδιο χωριό μεγάλωσε και έμαθε πρώτη φορά να παίζει λύρα, μόλις δώδεκα-δεκατριών χρονών, μέσα στις δύσκολες συνθήκες της Κατοχής, ο Νίκος Ξυλούρης ο μουσικός που αργότερα θα γινόταν συνώνυμο της κρητικής μουσικής σε όλη την Ελλάδα, γνωστός απλά ως «ο Ήχος της Κρήτης». Δίπλα του, σχολές όπως αυτές του Μουντάκη και του Σκορδαλού στο Ρέθυμνο διαμόρφωσαν παράλληλα το δικό τους ύφος, δείχνοντας πόσο πλούσια και πολυδιάστατη είναι η παράδοση αυτού του φαινομενικά απλού οργάνου.
Το ξύλο που θυμάται τους αιώνες

Η κατασκευή μιας παραδοσιακής λύρας είναι από μόνη της μια τελετουργία. Το καπάκι του οργάνου είναι σκαλιστό, φτιαγμένο παραδοσιακά από παλαιωμένο ξύλο οι παλιοί λυροποιοί προτιμούσαν δοκάρια από ερειπωμένα κτίρια, ιδανικά τριακοσίων ετών δοκούς από ενετικά ερείπια, πιστεύοντας πως το γερασμένο ξύλο κρατούσε μέσα του έναν πλουσιότερο, πιο ώριμο ήχο. Οι χορδές παλιά φτιάχνονταν από έντερα ζώων, και το δοξάρι από τρίχα αλογοουράς. Κάθε λύρα, έτσι, δεν ήταν απλώς ένα όργανο ήταν ένα κομμάτι από την ιστορία ενός τόπου, κυριολεκτικά φτιαγμένο από τα υλικά του παρελθόντος του.
Γιατί ο ήχος αγγίζει ακόμα και τον ξένο
Η εξήγηση για το γιατί η λύρα συγκινεί όσους δεν καταλαβαίνουν καν τη γλώσσα των μαντινάδων της βρίσκεται ίσως στην ίδια τη φύση του ήχου: είναι συνεχής, σαν ανθρώπινη κραυγή ή προσευχή, χωρίς τα κοφτά διαστήματα άλλων εγχόρδων. Οι Κρητικοί λυράρηδες δεν παίζουν απλώς νότες αφηγούνται, θρηνούν, γλεντούν, μέσα από ένα όργανο που μιμείται την ανθρώπινη φωνή περισσότερο από όσο μιμείται μουσικό όργανο. Σε ένα κρητικό γλέντι, οι «μερακλήδες» δεν χορεύουν απλώς στον ρυθμό παρασύρονται από κάτι πιο βαθύ, μια συλλογική μνήμη αιώνων που η λύρα μεταφέρει διαμέσου κάθε δοξαριάς.
Δεν είναι τυχαίο ότι, μιλώντας για την Κρήτη σήμερα, όσοι έχουν ζήσει από κοντά ένα γνήσιο κρητικό γλέντι περιγράφουν τη στιγμή που ξεκινά η λύρα σαν κάτι που αλλάζει την ατμόσφαιρα του χώρου αμέσως σαν να ανοίγει μια πόρτα σε κάτι πολύ παλαιότερο από όλους τους παρευρισκόμενους. Αυτή η δύναμη, χτισμένη πάνω σε δέκα αιώνες παράδοσης, είναι που κάνει τη λύρα όχι απλώς ένα μουσικό όργανο, αλλά το πιο γνήσιο ηχητικό αποτύπωμα της ψυχής ενός ολόκληρου νησιού.


