Στις νότιες πλαγιές των Λευκών Ορέων, χτισμένο σχεδόν στο χείλος ενός γκρεμού 138 μέτρων, στέκεται η Αράδαινα ένα χωριό που κάποτε είχε ακόμα και δικό του νόμισμα, και σήμερα δεν κατοικεί κανείς. Μόνο πέτρα πάνω σε πέτρα, σπίτια χωρίς σκεπή, μια βυζαντινή εκκλησία, κι ένα σπάνιο ελαιοτριβείο που έχει σταματήσει να λειτουργεί εδώ και δεκαετίες.
Η ιστορία πίσω από την ερήμωσή του μοιάζει σχεδόν απίστευτη για κάτι τόσο μόνιμο. Στη δεκαετία του 1950, μια διαφωνία σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη αφήγηση, για το κουδούνι μιας κατσίκας εξελίχθηκε σε βεντέτα ανάμεσα σε δύο οικογένειες του χωριού. Η κουβέντα έφερε άλλη κουβέντα, εκείνη μια βαρύτερη, και το αποτέλεσμα ήταν επτά νεκροί. Οι υπόλοιποι κάτοικοι, φοβούμενοι τη συνέχεια του κακού, εγκατέλειψαν το χωριό οριστικά. Κανείς δεν επέστρεψε ποτέ για να ζήσει εκεί μόνιμα ξανά.

Το χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο 520 μέτρων, μόλις τρία χιλιόμετρα από την Ανώπολη Σφακίων, πάνω από το ομώνυμο φαράγγι το βαθύτερο και πιο απόκρημνο του νομού Χανίων, με βάθος που ξεπερνά τα 150 μέτρα σε ορισμένα σημεία. Οι δύο πλευρές του φαραγγιού ενώνονται με μια σιδερένια γέφυρα, δωρεά της οικογένειας Βαρδινογιάννη, που ολοκληρώθηκε το 1986 και παραμένει η ψηλότερη γέφυρα ελεύθερης πτώσης (bungee jumping) στην Ελλάδα και η δεύτερη στην Ευρώπη. Έτσι, ένα μέρος που γεννήθηκε από τραγωδία έγινε σήμερα προορισμός αδρεναλίνης φωνές χαράς και τρόμου αντηχούν εκεί όπου κάποτε ακούγονταν μόνο σιωπή και πένθος.
Τα σπίτια της Αράδαινας διατηρούν ακόμα τη χαρακτηριστική σφακιανή αρχιτεκτονική: πέτρινες καμάρες, στενά περάσματα, μικρές αυλές. Ανάμεσά τους δεσπόζει ο βυζαντινός ναός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ένας από τους τέσσερις ναούς της επαρχίας Σφακίων όπου παλιά γινόταν η ιεροτελεστία του «ξεκαθαρίσματος» ένας ύποπτος για κλοπή ζώων έδινε όρκο μπροστά στο εικόνισμα, και ο φόβος της θείας τιμωρίας αρκούσε συνήθως για να λυθεί η διαφορά χωρίς περαιτέρω αιματοχυσία.

Σήμερα, η φύση έχει αναλάβει να «ξαναπάρει» ό,τι έχτισε ο άνθρωπος. Βρύα καλύπτουν τις πέτρες, φραγκοσυκιές και καρυδιές φυτρώνουν ανάμεσα στα ερείπια, και μόνο οι κατσίκες κυκλοφορούν πλέον ελεύθερα στα στενά δρομάκια. Παρ’ όλα αυτά, η Αράδαινα δεν έχει σβήσει έχει μεταμορφωθεί σε κάτι σαν υπαίθριο μουσείο, σημείο αναφοράς για ορειβάτες, φωτογράφους και όσους αναζητούν εκείνη την ιδιαίτερη, σχεδόν απόκοσμη ατμόσφαιρα που μόνο ένας τόπος με τέτοια ιστορία μπορεί να προσφέρει.
Η Αράδαινα θυμίζει κάτι που η Κρήτη επαναλαμβάνει σε πολλές γωνιές της: ότι πίσω από κάθε εγκαταλειμμένη πέτρα κρύβεται μια ιστορία ανθρώπων, πάθους, και μιας φύσης που περιμένει υπομονετικά να πάρει πίσω ό,τι της ανήκε.





